σαπωνοειδής

-ές, Ν
ο όμοιος με σαπούνι, αυτός που έχει χημική σύσταση όμοια με την σύσταση τού σαπουνιού.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σάπων, -ωνος + -ειδής*. Η λ. μαρτυρείται από το 1836 στον Δ. Α. Μαυροκορδάτο].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • -ειδής — ές (είδος*) β συνθετικό επιθέτων και απλή παραγωγική κατάληξη, που δηλώνει ότι το ουσιαστικό το οποίο προσδιορίζεται από το επίθετο έχει τη μορφή που δηλώνει το α συνθετικό. Εμφανίζεται σε μεγάλο αριθμό σύνθετων λέξεων στη Νέα Ελληνική, έναντι… …   Dictionary of Greek

  • σαπωναρικός — ή, όν, Α 1. σαπωνοειδής 2. φρ. «σαπωναρική τέχνη» η τέχνη παρασκευής σαπουνιών. [ΕΤΥΜΟΛ. < σάπων + κατάλ. αρικός, η οποία απαντά σε επίθ. που παράγονται από λ. με θ. σε αρ (πρβλ. πλουμ αρ ικός)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.